Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη». (ΙΙ)

handsΗ ερωτική αγάπη συχνά συγχέεται μέ τή συναρπαστική εμπειρία του νά ερωτεύεσαι, μέ τήν αιφνίδια κατάρρευση τών φραγμών πού υπήρχαν μεταξύ τών δυό ξένων ως εκείνη τή στιγμή, προσώπων…. 

.

Αλλά αυτή η εμπειρία τής ξαφνικής εξοικείωσης είναι άπ’τήν ίδια της τή φύση λιγόζωη. Αφού ό ξένος γίνει ένα οικείο πρόσωπο, δέν υπάρχουν πιά φραγμοί νά υπερνικηθούν, ούτε ξαφνικό πλησίασμα γιά νά επιτευχθεί. Τό θαύμα τής υπερνίκησης τών φραγμών κι η οικειότητα τείνουν νά μειωθούν καθώς ό χρόνος περνά. Η συνέπεια είναι ότι θ’ αρχίσει η αναζήτηση αγάπης μ’ ένα νέο πρόσωπο, μ’ ένα καινούργιο ξένο. Πάλι ό ξένος μετατρέπεται σ’ ένα «οικείο» πρόσωπο, ξανά η εμπειρία τού νά ερωτευτεί κανείς είναι δυνατή κ συναρπαστική. Καί ξανά πάλι, η νέα ερωτική εμπειρία χάνει τήν ένταση της κ τελειώνει μέ τήν επιθυμία μιας νέας αγάπης – πάντα μέ τήν ψευδαίσθηση πώς η νέα θά είναι διαφορετική απ’τίς προηγούμενες.

Αυτές οί αυταπάτες βοηθούνται πολύ απ’τόν απατηλό χαρακτήρα τής σεξουαλικής επιθυμίας. Η σεξουαλική επιθυμία έχει στόχο της τή συνένωση. Ωστόσο όμως μπορεί νά προκληθεί τόσο απ’τήν αγωνία τής μοναξιάς, άπ’τόν πόθο νά κατακτήσεις ή νά κατακτηθείς, άπό ματαιοδοξία, άπ’τήν επιθυμία νά πληγώσεις ή νά καταστρέψεις, όσο κι άπ’τήν αγάπη. Φαίνεται πώς η σεξουαλική επιθυμία εύκολα μπορεί νά αναμιχθεί ή νά διεγερθεί άπό οποιαδήποτε δυνατή συγκίνηση, μιά άπ’τίς όποιες είναι ή αγάπη. Εξαιτίας τού ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι στό μυαλό των περισσότερων ανθρώπων ζευγαρωμένη μέ τήν ιδέα τής αγάπης, εύκολα οδηγούνται στό λαθεμένο συμπέρασμα ότι αγαπάνε ό ένας τόν άλλο, όταν ποθούνται σωματικά.

Η αγάπη μπορεί νά εμπνεύσει τήν επιθυμία γιά σεξουαλική ένωση. Σ’ αυτή τήν περίπτωση η σωματική σχέση δέ χαρακτηρίζεται άπ’τήν απληστία ούτε άπ’τήν επιθυμία νά κατακτήσεις αλλά είναι γεμάτη τρυφερότητα. Αν η ερωτική αγάπη δέν είναι επίσης άδερφική (φιλική), ποτέ δέν οδηγεί τή συνένωση σέ κάτι περισσότερο άπό ένα οργιαστικό, παροδικό αίσθημα. Η σεξουαλική έλξη δημιουργεί προσωρινά τήν ψευδαίσθηση τής συνένωσης. Ωστόσο, χωρίς αγάπη αυτή η «ένωση» αφήνει τό ζευγάρι τόσο ξένους τόν ένα μέ τόν άλλο, όσο κ πρίν. Κάποτε τους κάνει νά ντρέπονται ή νά μισούν ό ένας τόν άλλο, γιατί όταν η αυταπάτη φύγει, νιώθουν ακόμα πιό δυνατά από πρίν τήν αποξένωση τους. Η τρυφερότητα δέν είναι καθόλου, όπως ό Φρόυντ πίστευε, μιά εξιδανίκευση τού σεξουαλικού ενστίκτου. Είναι τό άμεσο αποτέλεσμα τής άδερφικής αγάπης κ υπάρχει τόσο σέ σωματικές όσο κ σέ μή σωματικές μορφές αγάπης.

imageΣτην ερωτική αγάπη υπάρχει η αποκλειστικότητα, η κτητική προσκόλληση. Μπορεί νά βρει κανείς, συχνά, δυό «ερωτευμένους» πού δέ νιώθουν αγάπη γιά κανέναν άλλο. Στην πραγματικότητα ή αγάπη τους είναι ένας «εγωισμός εις διπλούν». Είναι δυό άνθρωποι πού ταυτίζονται μεταξύ τους κ διογκώνουν τό ένα άτομο σέ δυό γιά νά λύσουν τό πρόβλημα τού χωρισμού. Νιώθουν τήν εμπειρία τής υπερνίκησης τής μοναξιάς. Κι ωστόσο, αφού είναι ξεκομμένοι απ’τους υπόλοιπους συνανθρώπους τους, παραμένουν ξεκομμένοι ό ένας άπ’τόν άλλο κ αποξενωμένοι άπό τους εαυτούς τους. Η εμπειρία της ένωσης τους είναι μιά αυταπάτη.   [Έριχ Φρομ “Η τέχνη της αγάπης”]


Κι ο πατέρας της ψυχανάλυσης όμως, που έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης Ψυχολογίας, παρόλο που κατηγορήθηκε για πανσεξουαλισμό αν εξετάσουμε τη θεωρία του για την Λίμπιντο θα διαπιστώσουμε ότι ίσως να συμφωνούσε σε πολλά σημεία με αυτά που έλεγαν ο Νίτσε κ ο Εριχ Φρομ.

Μπορεί εκ πρώτης όψεώς ο πανσεξουαλισμός του Φρουντ να φαίνεται αντίθετος με τα όσα είπαμε (Στο Α μέρος) περί ανυπαρξίας του έρωτα. Ο Νίτσε κι ο Ε. Φρομ όμως δεν απορρίπτουν την ύπαρξη της σεξουαλικής, ερωτικής επιθυμίας, απλώς αρνούνται να την κατονομάσουν αγάπη. Ο μέγας Σίγκμουντ Φρόυντ ερμηνεύει τις σκέψεις κ συμπεριφορές των ανθρώπων εξετάζοντας τα πάντα σε σχέση με το σεξ. Για το λόγο αυτό είχε κατηγορηθεί για πανσεξουαλισμό. Όταν λέει σεξ όμως εννοεί τον Έρωτα, δεν δέχεται δηλαδή ότι ο ερωτισμός είναι κάτι περισσότερο από σεξουαλική ορμή κι σε αυτό το σημείο συμφωνεί απόλυτα με τους δυο προλαλήσαντες .

Ο Φρουντ συχνά γίνεται αντιληπτός ως ψυχολόγος που εσφαλμένα εστίαζε στο κάθε άτομο ξεχωριστά κ παρέβλεπε την κοινωνία που το διαμορφώνει. Επίσης θεωρείται ότι η εμμονή του με την σεξουαλική ορμή τον οδηγούσε να εξηγεί κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση το ένστικτο της σεξουαλικότητας. Ας δούμε όμως λίγο καλύτερα τι έλεγε πάνω σε αυτό:

Σπάνια κ υπό εξαιρετικές συνθήκες η ατομική ψυχολογία μπορεί να αγνοήσει τις σχέσεις του μεμονωμένου ατόμου με τα άλλα. Στην ψυχική ζωή του ατόμου εμπλέκεται σταθερά ο άλλος ως πρότυπο, ως αντικείμενο, ως βοηθός, ως εχθρός κι ως εκ τούτου εξ υπαρχής η ατομική ψυχολογία είναι αυτόματα κοινωνική ψυχολογία. Η κοινωνική ψυχολογία ή η ψυχολογία των μαζών πραγματεύεται το μεμονωμένο άτομο ως μέλος μια φυλής, ενός λαού, μιας κάστας, μιας κοινωνικής τάξης, ενός θεσμού ή ως συστατικό ενός πλήθους ανθρώπων που για ένα ορισμένο διάστημα, με ένα ορισμένο σκοπό οργανώνεται σε μάζα. Η κοινωνία, η μάζα ασκεί καθοριστική επίδραση στο άτομο το οποίο αφομοιώνει τα μαζικά στοιχεία μέσω της υποβολής.

Η μάζα διαθέτει παραδόσεις, έθιμα κ μηχανισμούς βάση των οποίων δημιουργούνται οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Στη μάζα υπάρχει μια διάρθρωση που αποτυπώνει την εξειδίκευση κ διαφοροποίηση των λειτουργιών που αντιστοιχούν σε κάθε άτομο. Εντός της μάζας ένα άτομο μεταβάλει βαθιά μέσω της επίδρασης της την ψυχική του δραστηριότητα. Τον ενδιαφέρον μας στρέφεται στην ψυχολογική εξήγηση για τούτη την ψυχική μεταβολή του ατόμου εντός της μάζας. Ορθολογικοί παράγοντες, όπως ο εκφοβισμός εις βάρος του ατόμου για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της μάζας, δεν καλύπτουν τα προς παρατήρηση φαινόμενα. Οι κοινωνιολόγοι κ οι ψυχολόγοι προτείνουν ως εξήγηση μια κ μόνο μαγική λέξη: υποβολή.

Κάποιοι την ονομάζουν μίμηση αλλά κ η μίμηση υπάγεται στην έννοια της υποβολής κ είναι ουσιαστικά ένα από τα αποτελέσματα της. Όποιο όνομα κι αν δώσουμε όμως στην υποβλητική επίδραση της μάζας κ τη μιμητική τάση που δημιουργεί το σίγουρο είναι πως : οι μάζες χαρακτηρίζονται από μια ιδιάζουσα δεκτικότητα υποβολής. Άρα πρέπει να προετοιμαστούμε για την άποψη ότι η υποβολή είναι ένα μη περαιτέρω αναγώγιμο πρωταρχικό φαινόμενο, ένα βασικό δεδομένο της ανθρώπινης ψυχικής ζωής. Για την ουσία της υποβολής όμως, για τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργεί, δεν έχει δοθεί καμιά εξήγηση.

Θα προσπαθήσω να χρησιμοποιήσω για την εξήγηση της ψυχολογίας των μαζών την έννοια της λίμπιντο, έτσι ονομάζουμε την ενέργεια εκείνων των ενορμήσεων που σχετίζονται με όλα όσα μπορεί κανείς να συμπεριλάβει στην λέξη αγάπη (Liebe). Τον πυρήνα αυτού που αποκαλείται αγάπη κ υμνείται από τους ποιητές συνιστά, φυσικά, η σεξουαλική αγάπη που αποσκοπεί στη σεξουαλική ένωση. Ότι μετέχει του ονόματος αγάπη (του εαυτού, αγάπη παιδιών κ γονέων, φιλία κ η γενική αγάπη προς την ανθρωπότητα ακόμη κ η προσήλωση σε αφηρημένες ιδέες), όλες αυτές οι τάσεις είναι έκφραση των ίδιων ενορμητικών ωθήσεων που παρακινούν σε σεξουαλική ένωση.

Sigmund_Freud (1)Με αυτή τη θεωρία η ψυχανάλυση έχει προκαλέσει θύελλα αγανάκτησης, σαν να ήταν ένοχη για τη διάπραξη μιας νεωτεριστικής ακρότητας. Η πλειοψηφία των μορφωμένων την θεώρησε προσβλητική και πήρε την εκδίκηση της εκτοξεύοντας κατά της ψυχανάλυσης κατηγορίες για πανσεξουαλισμό.

Όποιος θεωρεί την σεξουαλικότητα κάτι το επονείδιστο κ απαξιωτικό για την ανθρώπινη φύση έχει στη διάθεση του κοσμιότερες εκφράσεις όπως έρωτας και ερωτισμός. Θα μπορούσα και εγώ να κάνω το ίδιο και έτσι να γλιτώσω από πολλές αντιρρήσεις. Δεν το θέλησα όμως γιατί δεν μου αρέσει να ενδίδω από λιποψυχία. Δεν βλέπω σε τι ωφελεί να ντρεπόμαστε για την σεξουαλικότητα. Η λέξη έρωτας που θεωρείται ότι απαλύνει την προσβολή είναι απλώς μια κούφια λέξη.

Οι ερωτικές σχέσεις αποτελούν επίσης, την ουσία της μαζικής ψυχής. Η μάζα αναμφίβολα οφείλει τη συνοχής της σε κάποια δύναμη. Σε ποιαν άλλη δύναμη όμως εκτός απ’τον έρωτα, που συνέχει τα πάντα στο κόσμο θα μπορούσε να αποδώσει κανείς ένα τέτοιο έργο. Επίσης όταν το άτομο παραχωρεί την ιδιομορφία του στη μάζα κ εκτίθεται στην υποβολή των άλλων, το κάνει επειδή έχει ανάγκη να βρίσκεται σε σύμπνοια μαζί τους παρά σε αντιπαλότητα, επομένως το κάνει για την αγάπη τους.  [ Ψυχολογία των μαζών –  Σίγκμουντ Φρόυντ ]


Βλέπουμε λοιπόν, ότι κι ο Φρουντ δεν αποδέχεται την έννοια του έρωτα με την ρομαντική της υπόσταση. Μάλιστα ίσως δεν αποδέχεται την αγάπη γενικότερα ως κάτι που μπορεί να υπερβεί την σαρκική έλξη, αφού λέει ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι η βάση για την ανάπτυξη κάθε μορφής αγάπης.

Βλέπει τον έρωτα ως σεξουαλική ορμή, έκφραση ενός αρχέγονου ζωώδους ενστίκτου αλλά δεν τον δαιμονοποιεί. Δεν τον κατακρίνει ούτε λόγω της καταγωγής του (ενστικτώδης) ούτε λόγω της κατωτερότητας του σε σχέση με πιο πολυσύνθετους ανθρώπινους συναισθηματικούς δεσμούς, αντίθετα θεωρεί την σεξουαλική επιθυμία την βάση πάνω στην οποία χτίζονται όλες οι μορφές αγάπης μεταξύ των ανθρώπων.

Μάλιστα, καθώς μελετά το ποια είναι η δύναμη που συνενώνει την ανθρώπινη μάζα (κι ενώ η συνένωση του μεμονωμένου ατόμου με την αγέλη επιτυγχάνεται διάμεσο της υποβολής) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερωτική έλξη είναι θεμελιώδης αυτή δύναμη που ομαδοποιεί τους ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζει μια διαφορετική (απ’τους ρομαντικούς) πρωτοκαθεδρία στον έρωτα, θεωρώντας τον το υπόβαθρο για κάθε ανθρώπινη σχέση, κάθε μορφή αγάπης που μπορεί να αναπτυχθεί.

Έτσι τοποθετεί την ερωτική έλξη (έχοντάς επίγνωση ότι θα κατηγορηθεί για πανσεξουαλισμο) πίσω ξανά στο θρόνο της. Αυτή τη φορά όμως ο θρόνος αυτός είναι αρκετά διαφορετικός από εκείνον που την εκθρόνισε ο Νίτσε.

Ερωτική έλξη, σεξουαλικότητα, λίμπιντο, γενετήσια ορμή ή απλώς έρωτας δεν είναι κάποιο μυθικών διαστάσεων ευγενές συναίσθημα αλλά η δομική ενστικτώδης έκφραση της ανάγκης για σεξουαλική ένωση. Σύμφωνα με τον Φρουντ η σεξουαλική αυτή επιθυμία διαπερνά επίσης κ κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, κάθε μορφή αγάπης. Είναι η δύναμη που συνενώνει την ανθρώπινη κοινωνία, κ ενώ είναι μια απατηλή μορφή αγάπης, όπως θα έλεγε ο Ε. Φρομ, κ ποιοτικά υποδεέστερη απ’τη φιλία (όπως θα τόνιζε ο Νίτσε) – αποτελεί όμως την προϋπόθεσή για την ανάπτυξη κάθε δεσμού αγάπης μεταξύ των ανθρώπων (σύμφωνα με τον Φρούντ).

Ανακύπτει τελικά το εξής ερώτημα. Εφόσον ο έρωτας δεν είναι αγάπη (απλώς τάση για σαρκική ικανοποίηση) αλλά αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη κάθε μορφής αγάπης, τότε η μητρική κ η αδερφική αγάπη που εξύμνησε ο Ε. Φρομ είναι εξίσου απατηλές με τον έρωτα (αφού στην βάση τους βρίσκεται η σεξουαλική ορμή); Ή μήπως αναδεικνύονται μέσω της επίδρασης της κοινωνίας σε κάτι περισσότερο από ένα εγωιστικό ένστικτο; Άλλωστε ο ανθρωπος ως κοινωνικό ον δεν διαμορφώνει τη συμπεριφορά του αποκλειστικά πανω στη βάση των ενστίκτων (όπως τα ζώα).

Ακομη κι αν όντως στη βάση καθε δεσμού αγαπης μεταξυ των ανθρώπων βρισκεται η σεξουαλικη επιθυμιία, αυτο δεν σημαίνει οτι δεν επιδρούν κι αλλα κίνητρα μεταμορφώνοντας την αγαπη σε κατι περισσοτερο απο μια απλη έκφραση ενός ενστίκτου. Μετασχηματίζωντας την δηλαδη σε ενα ανθρώπινο κοινωνικό φαινόμενο που ειναι κατι ποιοτικά περισσοτερο απ’την σεξουαλικη επιθυμια. Αυτό το περισσότερο ισως περιέγραφε ο Νίτσε με τον όρο Φιλία!

Ο Φρομ και ο Νιτσε δεν αναγνωρίζουν τον έρωτα ως πραγματική αγάπη αλλα ως κατι υποδεέστερο. Τον αντιλαμβάνονται ως ένστικτο ενώ την αγάπη ως ανώτερη ψυχική κατάσταση κοινωνικής διάστασης. Ο Φρόυντ συμφωνεί οτι ο έρωτας δεν ειναι παρά μια βιολογική ενόρμηση, αλλα επειδή καθολικά στην ανάλυση του βιολογικοποιει τον ψυχισμό θεωρεί οτι η ενστικτώδης αυτη ενόρμηση που ονομάζουμε έρωτα ειναι η πηγή ολων των μορφών αγάπης και μάλιστα και ο λόγος σχηματισμού των κοινωνιών και αγελοποίησης των ανθρώπων (Ο φροϊδισμός θεωρεί οτι καθε ανθρώπινη συμπεριφορά εκπορεύεται και υπαγορεύεται απο τις άλογες βιολογικές κατευθύνσεις των ενστίκτων με κυριότερο το ένστικτο της αναπαραγωγής) .

Οι ανώτερες ψυχικές λειτουργιές του ανθρώπου ομως δεν ειναι βιολογικής φύσεως αλλα κοινωνικής. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ειναι ουτε ενστικτώδης ουτε ενισχυτική (συμπεριφορισμός) αλλα διαμορφώνεται κοινωνικο-αιτιοκρατικα πράγμα που σημαίνει οτι το γεγονος πως ο έρωτας ειναι μια εκδήλωση του ενστίκτου αυτο δεν εξυπακούεται οτι ανώτερες μορφές αγαπης εξουσιάζονται η πηγάζουν εξίσου απο τα ένστικτα.

~ από Epikss στο 30 Οκτωβρίου, 2012.

2 Σχόλια to “Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη». (ΙΙ)”

  1. […] Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη».  (ΙΙ)  < —- Link […]

    Μου αρέσει!

  2. […] [Συνέχεια του απόσπασματος του Ε. Φρομ στο Β μέρος] […]

    Μου αρέσει!

Γράψτε απάντηση στο Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη». (Ι) | ΕΠΊΚΟΥΡΟΣ <== Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s