ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: Ο μεγάλος «άγνωστος»!

Δε θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι ο Παλαμάς αποτελεί σήμερα «ταμπού» για την εκπαίδευση, αλλά κ για ορισμένους φιλολογικούς κύκλους. Η πολιτεία στέκεται μάλλον αμήχανα μπροστά στο έργο του, όπως κάνει κ με το έργο άλλων μεγάλων ποιητών, η δημιουργία των οποίων «αρνείται» να «κοπεί» στα «μέτρα» των ιδεολογικών αναγκών του κράτους.

Η παλαμική δημιουργία, η τόσο πολύπλευρη σε μορφή κ περιεχόμενο, που αντανακλά τις ιδεολογικές κ πολιτικές περιπέτειες της Ελλάδας στο μεταίχμιο δύο αιώνων, αναφερόμενη ταυτόχρονα σε όλη την ιστορία του ελληνικού έθνους προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στους μελετητές της. Αυτό, όμως, από μόνο του δε θα μπορούσε να αποτελέσει την αιτία για την ουσιαστική αγνόησή του από το εκπαιδευτικό σύστημα. Ισως η αιτία να βρίσκεται στη διαπίστωση του Νίκου Ζαχαριάδη, ότι ο Παλαμάς είναι ο μόνος που «άντεξε στο λαϊκό – κοινωνικό κριτήριο». Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα απ’τη σημαντική κ αποκαλυπτική μελέτη του καθηγητή, Γεώργιου Κ. Μωραΐτη, «Ο Παλαμάς που δε διδάσκεται στην εκπαίδευση» (εκδόσεις «Παπαδήμα»).

Ο άγνωστος, ριζοσπαστικός Κωστής Παλαμάς

«Το βιβλίο (…) αναφέρεται στην ουσιαστική αγνόηση ενός έργου σύγχρονου, του έργου του Κωστή Παλαμά, που για άλλους λαούς η ύπαρξή του θα περιποιούσε τιμή κ θα γινόταν αντικείμενο εξαντλητικής μελέτης. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τη στρεβλότητα της ανάπτυξης της ελληνικής πνευματικής ζωής, που, από λόγους κοινωνικοπολιτικούς, διαμορφώθηκε κάτω από την επιβολή μιας ιδιόμορφης πνευματικής κηδεμονίας – γεγονός που από μόνο του μπορεί να ερμηνεύσει κ τη μεγάλη ανισότητα στην προβολή των έργων της αρχαιότητας κ την υποτίμηση των καρπών της σύγχρονης πνευματικής μας ζωής. 
Είναι απελπιστικό να ακούς από εκπαιδευτικούς, που μάλιστα μερικοί υποτίθεται ότι είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία στη διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, να δηλώνουν με πολύ μεγάλη ευκολία πως ο Παλαμάς δεν τους “πάει” (σαν το πρόβλημα να είναι αν αρέσει σε κάποιους ή σαν να διδάσκουν για το δικό τους το κέφι κ όχι για να βοηθήσουν τα παιδιά να προσεγγίσουν τις αξίες της ζωής κ της τέχνης) ή ότι ο Παλαμάς δεν έχει να τους δώσει τίποτε. Να υποθέσουμε ότι είναι τόσο νωθροί κ ανιστόρητοι, ώστε να μην καταλαβαίνουν τι έδωσε κ τι ακόμα μπορεί να δίνει το έργο του Παλαμά, που είναι ανεξάντλητο; Οτι δεν έχουν την ευαισθησία να προσεγγίσουν μια μεγάλη δημιουργία; Κι όταν βρεθούν μπροστά στο πρόβλημα, έχουν έτοιμη την απάντηση. Στη θέση του Παλαμά αντιπαραθέτουν τη “Γενιά του ’30”, σαν το “άκρον άωτον” της γνήσιας, της καθαρής τέχνης κ δημιουργίας. Κανείς, φυσικά, δεν αμφισβητεί την πνευματική δημιουργία των μεταγενέστερων (αλίμονο, αν μετά τον Παλαμά δεν ερχόταν τίποτε!). Αλλά, αν επιχειρήσει κανείς να αναλύσει το έργο της γενιάς αυτής, θα διαπιστώσει πως όλοι αυτοί αναπτύχθηκαν κάτω από τη “βαριά σκιά του Παλαμά”. Γιατί, αν κ ο συναγερμός της γενιάς του 1880 τελειώνει κάπου στα μέσα της 10ετίας του ’20-’30, κάποια πλευρά του παλαμικού έργου βρίσκεται μέσα στο έργο αυτών των μεταγενέστερων.
Αλλαξε, βέβαια, η εποχή κ όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά, πολύ νωρίτερα, κ για την Ευρώπη. Περάσαμε σ’ αυτό που τόσο εύστοχα είχε δηλώσει ο Μακρυγιάννης, απ’το “εμείς” στο “εγώ” κ συνεπώς άλλαξε η οπτική γωνία των διανοουμένων. Δε βλέπουν πια με το μάτι του συνόλου, αλλά με τη διάθεση της υποκειμενικότητάς τους κ της ατομικότητάς τους. Κι αυτός ο Ελύτης, αν εξαιρέσει κανείς τα μεγάλα του ποιήματα (“Το Αξιον Εστί”, π.χ., το “Ασμα ηρωικό κ πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”), που γράφηκαν κάτω από εξαιρετικές στιγμές ανθρώπινης ανάτασης, δεν είναι με το “εγώ”; Κ ο Σεφέρης με τις συλλογές του δεν τραγουδάει ατομικά, προσωπικά βιώματα; Ή μήπως οι πεζογράφοι, που μηρυκάζουν τον πόνο κ τη νοσταλγία τους για τις χαμένες πατρίδες, στο “εγώ” δε βρίσκονται; Κ ο μεγάλος Σικελιανός, ποιητής – φιλόσοφος με βαθιά ιστορική συνείδηση, ένα άλμα δεν κάνει με το παιγνίδι των Δελφικών Γιορτών, μια υποκειμενική σύλληψη που δυνάμωσε το ιδεαλιστικό αντίκρισμα της αρχαίας ελληνικής ζωής; Βέβαια, υπάρχουν κ ποιητές που στέκονται πιο κοντά στο “εμείς”, κ εννοώ τους δύο Λάκωνες, το Ρίτσο κ το Βρεττάκο κ λιγότερο κάποιους άλλους. Δεν αναφέρομαι στο Βάρναλη, που ανεμίζει τη σημαία της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτός είναι ένα άλλο μάτι, μια άλλη σκέψη κ μια άλλη φωνή».

«Η πιο πάνω παρατήρηση δεν έχει την έννοια της μείωσης της προσφοράς της γενιάς που ακολούθησε την παλαμική γενιά του ’80. Απλά δηλώνει πως η τελευταία, όπου δε λειτουργεί με εσωστρέφεια, αν μη τι άλλο εμπνέεται από επικαιρικά κίνητρα δημιουργίας. Με τον Παλαμά πάλι συνέβη ό,τι με το Σολωμό κ με τις πολυεδρικές προσωπικότητες. Οι “μαθητές” θήτευσαν σε μια μόνο πλευρά του έργου του δασκάλου κ μέσα στους καιρούς τους έδωσε ο καθένας έργο, που έχει τη θέση του στην πνευματική ζωή του τόπου. Είναι κάτι που επιβεβαιώνεται μέσα στην πνευματική ζωή επανειλημμένα. Με τον Πλάτωνα το ίδιο δε συνέβη; Ετσι, τον πατριωτισμό του Παλαμά τον αντικατέστησε η αντίληψη της “ελληνικότητας”, την αρχαιολατρία του Παλαμά την υποκατέστησε ο ρεμβασμός απάνω σε ακρωτηριασμένες μορφές κ προσωπίδες, το φως της Αττικής μετατοπίστηκε ανατολικότερα στο Αιγαίο, η γοητεία όμως κ η ομορφιά της ελληνικής φύσης έμεινε, έστω κ σαν απλή βιωματική έκφραση. Γι’ αυτό θεωρώ πως είναι πολύ σοβαρή η κρίση του Κ. Θ. Δημαρά, όταν επιγράφει το 9ο μέρος της Ιστορίας του της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (β’ έκδοση): “Στη βαριά σκιά του Παλαμά”.

Ο Κωστής Παλαμάς είναι μια φυσιογνωμία διανοουμένου με καθολική αξία. Μέσα στο λόγο του μιλάει δημιουργικά ολόκληρη η ελληνική παράδοση απ’τα πανάρχαια χρόνια ως την εποχή μας. Στο επίπεδο της τέχνης, πραγμάτωσε με απόλυτη επιτυχία αυτό που την ίδια περίπου εποχή ο Δημήτρης Γληνός, αναλύοντας την αξία της παράδοσης, ονόμασε “δημιουργικό ιστορισμό”. Αυτό το δημιουργικό ιστορισμό εκφράζει η ποίηση του Παλαμά. Ανασυνέθεσε δηλαδή δημιουργικά μέσα στην ποίησή του τις παραδόσεις κ την ιστορία όλου του ελληνικού πολιτισμού σε μια διαλεκτική ενότητα δίνοντάς μας μεγάλες συνθέσεις (Ο Υμνος της Αθηνάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Η Φλογέρα τον Βασιλιά, Βωμοί κ.ά.), οι οποίες θα μπορούσαν να είναι εντοιχισμένες ζωφόροι όχι απλά στις σελίδες της ιστορίας μας, αλλά κ της ανθρώπινης ευαισθησίας κ των σκιρτημάτων της ζωής, ή μια τεράστια ζωφόρος στο στερέωμα των συνειδήσεων. Ανάστησε μέσα από τα ερείπια, που ξεφυτρώνουν σε κάθε πτυχή της γης μας, έναν κόσμο, ο οποίος έχει την πειστικότητα του αληθινού κ του ανθρώπινου. Δεν κατασκεύασε πλαστές εικόνες, όπως οι ψευτο-κλασικιστές κ οι καθαρευουσιάνοι, για να λαμπυρίζουν απλά στις κουρασμένες συνειδήσεις διανοουμένων κ να τους ξεκουράζουν.

Λίγα ποιήματα του Παλαμά περιλαμβάνονται στα τελευταία Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πόσα κ πώς διδάσκονται είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Η απάντηση είναι ότι για τον όγκο του παλαμικού έργου είναι λίγα κ η επιλογή τους όχι αντιπροσωπευτική ή έστω ότι γίνεται κάθε φορά με περιστασιακά κριτήρια. Αλλά κ για το διδακτικό έργο η επιλογή είναι το ίδιο ανεπιτυχής. Η δεύτερη ερώτηση είναι ποια θα πρέπει να είναι η επιλογή. Αν η ανταπάντησή μας θα ήταν ότι αντί για το τάδε θα έπρεπε να είναι το τάδε, κι αντί για το δείνα θα έπρεπε να είναι το δείνα, θα ήταν λάθος. Το θέμα δεν είναι ο αριθμός των επιλεγομένων αλλά η τοποθέτηση του ίδιου του ποιητή μέσα στο φάσμα της διδασκαλίας κ της ιδεολογικής παρέμβασης στο μάθημα».

«Παλαμάς κ εργάτες»

«Ο Παλαμάς, ο άνθρωπος του γραφείου, δεν είναι ούτε εγκεφαλικός ούτε αποκομμένος απ’την οδυνηρή πραγματικότητα που, ακόμα κ αν ο ίδιος δεν την έζησε, τη συλλαμβάνει όμως με τις κεραίες της ευαισθησίας του κ της ανθρωπιάς του, όπως στο ποίημα “Εμείς οι Εργάτες”, γραμμένο το 1913 (τ. 9, σ. 165), κ δημοσιευμένο στη συλλογή Δειλοί κ Σκληροί Στίχοι (α’ έκδοση 1928). Η δημοσίευσή του είναι συνειδητή επιλογή του ποιητή, έστω κ αν γράφηκε το 1913. Η περίοδος 1928-1933 είναι περίοδος, στην οποία κορυφώνεται σε διεθνές κ ελληνικό επίπεδο η μεγάλη κρίση, κ είναι έκδηλη η δεινή κατάσταση των εργαζομένων. Ο Παλαμάς αντιλαμβάνεται την κατάσταση της εργατικής τάξης. Και, βέβαια, απαντάει στο σύνθημα: “Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε”, όχι ως πολιτικός ή φιλόσοφος αλλά ως ποιητής, που ο λόγος του παίρνει κ άλλες διαστάσεις. Τι όμως διαφορετικό λέει όταν γράφει:

Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη,

Δικαιοσύνη, βρόντηξε, κ λάμψε, Προκοπή!;

Και όταν λέει:  Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας

ποτίζουμε τη γη για να γεννά καρπούς, λουλούδια,

τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας·

φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά,.. 

Είναι αυτό που ο μαρξισμός ονομάζει αλλοτρίωση του εργάτη απ’τα αγαθά που παράγει. Ποιος παράγει κ ποιος χαίρεται τα αγαθά της δουλειάς; Οι παραγωγοί των αγαθών, η εργατιά μένει φτωχή, αλουλούδιαστη κ άκαρπη. Κ προχωρώντας δηλώνει πως:

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας

 ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί,

πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,

κ μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, κ η γη πλουτεί,

Ο ποιητής αισθάνεται την υποδούλωση της εργατικής τάξης. Υπάρχει ποιητικότερη παρουσίαση της θεωρίας για την αλλοτρίωση του ανθρώπινου μόχθου, όταν, συνεχίζοντας, γράφει:

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη,

νόμοι στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή;

Οπου θέλετε τοποθετήστε ιδεολογικά τον Παλαμά, εκείνο όμως που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, όχι μόνο στο ποίημα αυτό αλλά κ σε ολόκληρο το έργο του, είναι ότι ο Παλαμάς έχει την ειλικρίνεια κ την ευθύτητα ενός ιδεολόγου επαναστάτη, που έχει εγκλωβιστεί στον ιδεαλισμό της εποχής του. Αυτό ακριβώς διαδηλώνει στο επόμενο ποίημα της συλλογής του «Ο Γκρεμιστής» (αφιερωμένο στον Ιωνα Δραγούμη). Επίσης, Ο Κύκλος των Τετραστίχων, δημοσιευμένος το 1929, όταν η κοινωνική κρίση βρισκόταν στο κορύφωμά της, είναι ενδεικτικός της στάσης του ποιητή. Στο τετρ. 118 (τ.9, σ. 274) φωνάζει:

Εργάτη, είδα το δίκιο σου κ’ έλεα να ξεκινήσω

να σταθώ πλάι σου… Μια φωνή μου έκραζε πάντα: Πίσω!

Να είταν το αίμα μέσα μου που ρέει του νοικοκύρη;

 Να είταν η Μούσα ρηγικό που μου ‘δωκε ψαλτήρι;

Δε θα πω πως στο τετράστιχο αυτό δηλώνεται το αίσθημα της ενοχής, επειδή δεν περπάτησε στη ζωή του για τον αγώνα του εργάτη. Ηταν πάντως ένας βαθύς προβληματισμός του ίδιου γιατί έμεινε θεατής σ’ έναν αγώνα που ήταν δίκαιος. Αλλά κ το 113 τετρ. εκφράζει τα αισθήματα απαξίωσης του εαυτού του, όταν λέει:

Εργάτη, οκνός όταν περνώ που τρως κ σε κοιτάζω,

 ντροπαλά στέκω, ευλαβικά, κ σα να τα δοξάζω,

με της δουλιάς τον κάματο κ με τον ίδρωτά σου

 μυρωμένα το μαύρο σου ψωμί κ την ελιά σου.

Ο ποιητής διατυπώνει το σεβασμό κ το θαυμασμό του μαζί για την εργατιά. Κ στο τετρ. 117 (σ. 274) γράφει:

Στην αργατιά, στη χωριατιά το χιόνι, η γρίππη, η πείνα,

 οι λύκοι, ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός κ φρίκη.

Χειμώνας άγριος. Κ’ η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.

 Ντρέπομαι για τη ζέστα μου κ για την ανθρωπιά μου.

Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή του ξωμάχου κ του αποκατεστημένου αστού γεννάει στον ποιητή αισθήματα ντροπής. Βέβαια, Ο Κύκλος των Τετραστίχων, που αποτελείται από 136 διαμάντια (κ άξιζε να μελετηθούν, καθώς είναι προϊόντα άμεσης ευαισθητοποίησης), αντανακλά κ άλλα συναισθήματα, που σχετίζονται με την πολιτική κ την κοινωνική ζωή. Κ δείχνει όλη τη σύγχυση τη δική του κ της εποχής του γύρω απ’το κοινωνικό πρόβλημα. Είναι η έκφραση της διάχυτης δυσαρέσκειας κ αγανάκτησης για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον κόσμο».

ΠΗΓΗ :  ERODOTOS WEBLOG

κηδειαπαλαμα

~ από Epikss στο 17 Ιουνίου, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s