Τι είναι Διαλεκτικός Υλισμός (μέρος Β)

8f08ab18c2446a29b9e2530e475ef360_f5185Όταν λέμε κίνηση δεν εννοούμε μόνο όταν ένα αντικείμενο πηγαίνει απ’ το σημείο Α στο Β (μετακίνηση στο χώρο). Για παράδειγμα, όταν ένα φυτό αλλάζει κ με τον καιρό γίνεται ολόκληρο δέντρο, εννοούμε κι αυτό σαν κίνηση. Όταν με το μυαλό μας λύνουμε μια εξίσωση, η διαδικασία που συγκρίνουμε τα δεδομένα κ βγάζουμε αποτέλεσμα κι αυτό κίνηση είναι. Ίσως είναι πιο κατανοητό να λέμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή.

Ενα πράγμα μεταβάλλεται κ μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Μια κατάσταση μεταβάλλεται κ γίνεται μια άλλη κατάσταση. Πώς ακριβώς όμως γίνεται αυτό; Το φυτό π.χ. δέχεται το φως του ήλιου, τρέφεται με νερό κ μικροοργανισμούς απ’ το έδαφος κ γίνεται δέντρο. Το αυτοκίνητο βρίσκεται στο σημείο Α, πατάει ο οδηγός το γκάζι, το καύσιμο καίγεται κ δίνει κίνηση στον κινητήρα που με τη σειρά του στέλνει την κίνηση στις ρόδες κ το αυτοκίνητο αλλάζει θέση, πάει στο σημείο Β. Το μυαλό μου κινεί τα δάχτυλά μου που πιέζουν τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο, η πίεση στέλνει μια εντολή με ηλεκτρικό ρεύμα στον επεξεργαστή, ο επεξεργαστής τα μετατρέπει σε κείμενο κ το βλέπω στην οθόνη μου. Άρα καθετί μεταβάλλεται επειδή δέχεται κ την επίδραση κι άλλων πραγμάτων που με τη σειρά τους κι αυτά αλλάζουν επειδή δέχονται την επίδραση άλλων κ.ο.κ. Άμα το περιγράψουμε μάλιστα στην εξέλιξη του χρόνου, θα πούμε ότι το πράγμα Α αλλάζει, παλιώνει κ γίνεται το καινούριο πράγμα Β. 

Το σχήμα αυτό μπορούμε να το αποδόσουμε με διαλεκτική ορολογία ως εξής: έχουμε μια Θέση, έχουμε κ μια άλλη Θέση την οποία ονομάζουμε Αντίθεση. Η θέση κι η αντίθεση έρχονται η μία αντιμέτωπη με την άλλη, συγκρούονται κ δημιουργούν μια καινούρια κατάσταση που την ονομάζουμε Σύνθεση, η οποία με τη σειρά της θα γίνει μια καινούρια θέση ή αντίθεση κλπ. Με όσο πιο απλό κ παραστατικό τρόπο κάπως έτσι είναι η διαλεκτική μέθοδος ερμηνείας. Χρειάζεται όμως περισσότερη εξήγηση, που θα δούμε παρακάτω.

Θέση, Αντίθεση, Σύνθεση. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η φύση, η ύλη, η σκέψη, η κοινωνία, θα ρωτήσει κάποιος; Στο παράδειγμα με το φυτό που γίνεται δέντρο, ποιά είναι η θέση, ποιά η αντίθεση κ ποια η σύνθεση; Ας το δούμε λιγάκι λοιπόν. Έχουμε κάτι παλιό που εξελίσσεται, αλλάζει κ γίνεται κάτι καινούριο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η σύνθεση σ’ αυτή την περίπτωση είναι το αναπτυγμένο πλέον δέντρο, που είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας (κ ασφαλώς το πρώτο στάδιο σε κάποια καινούρια διαδικασία, μη το ξεχνάμε αυτό. Τίποτα δεν τελειώνει έτσι).

Η θέση κ η αντίθεση σ’ αυτό το παράδειγμα πώς προσδιορίζονται; Εδώ λοιπόν βάζουμε την έννοια των αντιθέτων. Τα αντίθετα πράγματα είναι αυτά που, όπως λέει η ελληνική γλώσσα αντι-τίθενται το ένα ενάντια στο άλλο. Ακούμε πολλά ζεύγη αντιθέτων συχνά: μέρα-νύχτα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, πάνω-κάτω, μέσα-έξω κ.ο.κ. Δυο καινούρια στοιχεία θα βάλουμε τώρα. Το πρώτο καινούριο στοιχείο είναι το εξής: ανάμεσα στα δύο αντίθετα, υπάρχουν κάποια ενδιάμεσα στάδια, π.χ. δεν διαδέχεται απότομα η νύχτα τη μέρα, ανάμεσα στο τελείως μαύρο κ το τελείως άσπρο υπάρχουν διαβαθμίσεις του γκρι, ανάμεσα στο πάνω κ το κάτω υπάρχει το μέσον κλπ.

Το δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα μοναδικό σημείο σ’ αυτά τα ενδιάμεσα στάδια που απότομα κάποιο πράγμα γίνεται το αντίθετό του, ή που κάποιο πράγμα μεταβαίνει στην αντίθετη κατάστασή του. Π.χ. μια πέτρα που πέφτει από “πάνω” γίνεται οριστικά “κάτω” όταν τη σταματήσει το έδαφος. Όλα τα ενδιάμεσα στάδια από το “πάνω” προς το “κάτω” τα λέμε αντιφάσεις. Αντίφαση έχουμε όταν ένα πράγμα ή μια κατάσταση, έρχεται σταδιακά σε σύγκρουση με τον εαυτό του/της ώσπου να μετατραπεί στο αντίθετό του/της.

Άμα το καλοσκεφτείτε, όλα τα πράγματα έτσι λειτουργούν. Καθετί αλλάζει κ γίνεται κάτι άλλο, αρνείται δηλαδή τον παλιό του εαυτό. Διευκολύνεται η κατανόησή μας σ’ αυτό αν αντιλαμβανόμαστε όλα τα “πράγματα” που είναι μια στατική, συμπαγής λέξη, σαν “καταστάσεις” που είναι πιο ρευστή, πιο εύπλαστη λέξη.

Το φυτό λοιπόν που μεγαλώνει σιγά-σιγά, κάθε φορά προσπερνά την παλιά του κατάσταση κι έρχεται η στιγμή που “αρνείται” τελείως την παλιά του μορφή κ γίνεται δέντρο. Ή όπως έλεγε ο Χέγκελ, που είναι ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής, η διαλεκτική είναι η “άρνηση της άρνησης”. Το φυτό αρνείται κάθε στιγμή που μεγαλώνει την προηγούμενή του κατάσταση, ώσπου φτάνει να αρνείται όλες αυτές τις διαδοχικές αρνήσεις κ γίνεται κάτι άλλο, δηλ. δέντρο.

Τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα στην πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα που πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, σαν εκκρεμές. Αυτό μας λέει ότι καθετί έχει μέσα του το αντίθετό του. Αυτό που θα δούμε λοιπόν παρακάτω είναι το “αναποδογύρισμα”, πώς κάτι μετατρέπεται στο αντίθετό του.

Οι περισσότεροι από μας από μικροί, είχαμε (κ φυσικά πολύς κόσμος ακόμα έχει) την εντύπωση ότι ο κόσμος φτιάχτηκε από κάποιον θεό. Δηλαδή μια πνευματική δύναμη έφτιαξε τον υλικό κόσμο με τη θέλησή του. Με βάση το πώς εξηγήσαμε το τι είναι ύλη κ πώς απ’ αυτή δημιουργήθηκε ο άνθρωπος κ η συνείδησή του, φτάνουμε τελικά στο αντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό που είπαμε πριν: ότι δηλαδή, ο θεός είναι στην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του ανθρώπινου μυαλού, υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας που είναι υλικό αντικείμενο. Άρα ο υλικός κόσμος “έφτιαξε” το θεό.

Ένα άλλο παράδειγμα τώρα. Λέμε κάποιος άνθρωπος είναι κακός κ σκοτώνει τον άλλον. Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση που προ-υπάρχει (κάποιος είναι κακός) κ εξαιτίας αυτού σκοτώνει, π.χ. για να κλέψει. Στην πραγματικότητα όμως, αν δούμε τα αίτια που οδηγούν κάποιον να σκοτώσει θα βρούμε πολύ πιο φυσιολογικές αιτίες απ’ το να πούμε αφοριστικά απ’ την αρχή “σκοτώνει γιατί είναι κακός”. Σκοτώνει κ κλέβει επειδή δεν έχει να φάει. Σκοτώνει κ κλέβει επειδή έχει χρέη κλπ. Σκοτώνει κ κλέβει επειδή θέλει πλούτη, δόξα κ δύναμη γιατί όταν ήταν μικρός τον καταπίεζαν, πέρασε φτωχά κ με στερήσεις κλπ. Προσοχή, δεν δικαιολογούμε αλλά αιτιολογούμε.

Για να καταλάβουμε ποιο είναι πραγματικά το αίτιο κ ποιο το αποτέλεσμα θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια τακτική με το μυαλό μας: τη λέμε ανάλυση. Έχουμε ένα γεγονός. Το αναλύουμε συνεχώς, το κάνουμε “πενηνταράκια” όπως λέμε αλλά δεν μένουμε εκεί. Μετά το ξαναπιάνουμε, το ξανασυνθέτουμε το γεγονός κ το βλέπουμε όπως ακριβώς ήταν στην αρχή, αλλά με την εξής διαφορά: τώρα το καταλαβαίνουμε πολύ πιο βαθιά, γιατί το “σπάσαμε” σε όσο πιο μικρά κομματάκια γίνεται, τα καταλάβαμε ένα-ένα κ μετά αρχίσαμε να ξαναφτιάχνουμε το παζλ, σιγά-σιγά καταλαβαίνοντας την κάθε κίνησή μας, ώσπου να φτάσουμε στο αρχικό γεγονός πάλι.

Είναι σαν τους πίνακες που έκαμναν οι ζωγράφοι με εκατομμύρια μικρές κουκίδες χρώματος όπως αυτόν εδώ. Από μακρυά άμα το δούμε βλέπουμε απλά έναν βαρκάρη. Άμα κοιτάξουμε πιο κοντά, θα δούμε τις εκατομύρια χρωματιστές κουκίδες. Αν πάμε πολύ κοντά, θα βλέπουμε τις κουκίδες αλλά δεν θα μπορούμε να δούμε το έργο σαν σύνολο.

Αν απομακρυνθούμε τώρα πάλι, θα ξαναδούμε τον βαρκάρη όπως ήταν στην αρχή, αλλά πλέον θα ξέρουμε ότι είναι ένα αρμονικό πλήθος από κουκίδες. Κ στην αρχή κ στο τέλος, την ίδια εικόνα βλέπουμε αλλά στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια διαφορετική ποιοτικά αίσθηση. Η αιτία λοιπόν που βλέπουμε το βαρκάρη, είναι ότι υπάρχουν εκατομύρια κουκίδες που τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο. Ο βαρκάρης δηλαδή είναι το αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης τοποθέτησης κουκίδων. Θα’ ταν χαζό να λέγαμε ότι ο βαρκάρης “αποτελείται” από κουκίδες λες κ ο βαρκάρης είναι η αιτία… ύπαρξης των κουκίδων. Αντίστροφα, οι κουκίδες είναι η αιτία ύπαρξης του βαρκάρη.

Πολλά πράγματα στη ζωή, τα καταλαβαίνουμε πρώτα με τη γενική τους εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Αν μείνουμε μόνο μ’ αυτή την εικόνα, την αρχική εντύπωση, σημαίνει ότι δεχόμαστε μοιρολατρικά το πράγμα ή το γεγονός χωρίς να προσπαθούμε να το καταλάβουμε. Όταν προσπαθούμε να το καταλάβουμε, το “σπάμε” -με το μυαλό μας- σε μικρά κομματάκια επειδή είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πιο μικρά κ πιο απλά πράγματα. Αν μείνουμε σ’ αυτά όμως κάνουμε λάθος, γιατί αυτά είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας ενώ στην πραγματικότητα είναι συστατικά ολόκληρου του πράγματος, σαν όλο. Πρέπει λοιπόν να το ξανασυνθέσουμε κι έτσι να το καταλάβουμε ολόπλευρα.

Επειδή έχουμε τη αρχική αίσθηση των πραγμάτων, έτσι όπως αντανακλώνται μες στο μυαλό μας, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε την αρχική αίσθησή μας ως αιτία. Κι επειδή στη διαλεκτική δεν μιλάμε ΠΟΤΕ στατικά, το αρχικό αυτό πράγμα που είναι σε διαρκή κίνηση, μεταβολή, κ σε αλληλεπίδραση με άλλα πράγματα, αν καταφέρουμε κ τα λάβουμε όλα αυτά υπόψη, είμαστε πολύ κοντά στο να εξηγήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο διαλεκτικός υλισμός.


Τώρα θα μιλήσουμε λίγο για τον Χέγκελ (1770-1831) που είπαμε ότι θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής. Προσοχή: της διαλεκτικής μόνο. Ο Χέγκελ ήταν ο εισηγητής μιας μεγάλης φιλοσοφικής σχολής, του διαλεκτικού ιδεαλισμού, κ απ’ αυτόν πήραν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τη διαλεκτική. Η Γερμανία, τότε μεταξύ 18ου κ 19ου αιώνα ήταν κορυφαία στις θεωρητικές επιστήμες κ τη φιλοσοφία. Δεν είναι τυχαίο ότι τοτε έβγαλε τους μεγαλύτερους φιλοσόφους που αυτά που είπαν επηρεάζουν τους φιλοσόφους μέχρι κ σήμερα.

Η Γερμανία τότε ήταν σαν την αρχαία Ελλάδα που έβγαλε τους θεμελιωτές της φιλοσοφίας κ των επιστημών. Η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη, γινόντουσαν αναταραχές κ επαναστάσεις, με πιο σημαντική την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Ήταν η εποχή που οι μεγάλες αυτοκρατορίες ήταν στα τελευταία τους μια κ δεν μπορούσαν άλλο να υπάρχουν μ’ αυτή τη μορφή. Τότε άρχισαν να γίνονται τα σύγχρονα αστικά κράτη με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα, δηλαδή καπιταλιστικά.

Όταν γίνονται τέτοιες μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία αλλάζουν κ τα μυαλά των ανθρώπων, κ οι επιστήμες κ η φιλοσοφία φυσικά. Ο Χέγκελ την εποχή που έγινε φιλόσοφος, η φιλοσοφία είχε εξελιχτεί πολύ. Κι αυτό γιατί άλλαζε η κοινωνία, περνούσε σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης, τον καπιταλισμό. Ο πιο γνωστός μεγάλος πριν τον Χέγκελ ήταν ο Καντ. Τον Καντ τον εξέλιξαν ο Φίχτε κι ο Σέλλινγκ, άλλοι δυο μεγάλοι Γερμανοί φιλόσοφοι, που συμπλήρωσαν σε κάποια σημεία τον Καντ. ( Μην ξεχνάμε, όλοι αυτοί είναι ιδεαλιστές ).

Ο Χέγκελ “πάτησε” πάνω στους Φίχτε κ Σέλλινγκ κ “ξεπέρασε” τον Καντ κ παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο λογικό σύστημα φιλοσοφίας, τον διαλεκτικό ιδεαλισμό με απόψεις για τα πάντα: το κράτος, την κοινωνία, την ιστορία, τη γνώση, τη νόηση. Το πιο σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας του ήταν η θεμελίωση της διαλεκτικής μεθόδου (κ η εννοια της Αλλοτριωσης). Με απλά λόγια, ο Χέγκελ έδειξε πώς ακριβώς σκέφτεται το ανθρώπινο μυαλό, το πώς λειτουργεί η φύση, η σκέψη, όλα. Αυτό που τον έκανε ιδεαλιστή, ήταν ότι “πατούσε” πάνω σε όλη την κυρίαρχη σκέψη των προηγούμενων εποχών κ θεωρούσε δεδομένο ότι υπάρχουν ανώτερες πνευματικές δυνάμεις που δεν τις ονομαζε ομως θεος (ενας αθειστης ιδεαλιστης).

Ο Χέγκελ σαν προοδευτικός που ήταν δεν έλεγε “θεός” αλλά “παγκόσμιο πνεύμα”. Αυτό ήταν το κοινό υπόστρωμα στα πάντα κ την ύλη τη θεωρούσε κατώτερη, άψυχη, κατευθυνόμενη απ’ αυτό το παγκόσμιο πνεύμα. Που πρέπει  σαν τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων παντρεμένη με τους νόμους της φύσης, σε μια ενότητα που προϋπήρχε του ανθρώπου. Ο Χέγκελ είχε υποστηρικτές κ μαθητές, “αριστερούς” κ “δεξιούς”. Στους “αριστερούς” ήταν ο Φόιερμπαχ που το γύρισε στον υλισμό αλλά δεν τελειοποίησε τη φιλοσοφία του, είχαν μείνει κάποια ιδεαλιστικά στοιχεία απ’ το δάσκαλό του που δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει.

Τότε ήταν που ήρθαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Αφού είδαν ότι ο ιδεαλισμός έχει άλυτα αδιέξοδα στο να εξηγήσει κάποια ιστορικά φαινόμενα κλπ. “αναποδογύρισαν” το σύστημα αυτό, το στήριξαν στα πόδια του, στην ύλη κ το’ καναν διαλεκτικό υλισμό. Φυσικά, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, ο Μαρξ μελέτησε διεξοδικα την πολιτική οικονομία κ μέσα από κει είδε το πως διαμορφώνονται οι κοινωνίες με βάση το πώς παράγουν. Κ μετά απ’ αυτούς, μερικοί βοήθησαν στο να εξελιχτεί αυτό το φιλοσοφικό σύστημα. Σημαντικές υπηρεσίες προσέφερε ο Λένιν, που μελέτησε κάποια φιλοσοφικά ρεύματα στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεσκέπασε τις αδυναμίες, τις ασυνέπειές κ τον κρυφο-ιδεαλισμό τους (Υλισμός κ Εμπειριοκριτικισμός).

Τι έγινε λοιπόν με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ; Ηταν τότε που ο ιδεαλισμός έπιασε το υψηλότερο στάδιό του. Ο Μάρξ, τον αναποδογύρισε κ τον μετέτρεψε σε κάτι άλλο, κ μάλιστα στο ΑΝΤΙΘΕΤΟ του, τον (διαλεκτικό) υλισμό. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ, είχε μέσα του το στοιχείο που τον ανέτρεψε: τη διαλεκτική!

Κι εδώ καταλήγουμε: είδαμε πώς λειτουργεί η διαλεκτική, μέσα απ’το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Πώς ένα πράγμα έχει μέσα του την αιτία που θα το ανατρέψει κ θα το μεταβάλλει σε κάτι άλλο. Είδαμε πώς η ύλη είναι πιο μπροστά από το πνεύμα. Κ το πιο σπουδαίο σχετικά με το διαλεκτικό υλισμό: είναι η μόνη θεωρία που ερμηνεύει τον εαυτό της! Για σκεφτείτε το λίγο. Ο διαλεκτικός υλισμός σαν εργαλείο, μας εξηγεί πώς κ γιατί εμφανίστηκε ο διαλεκτικός υλισμός στην ιστορίας της φιλοσοφίας, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει καμμιά άλλη φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία.

~ από Epikss στο 20 Σεπτεμβρίου, 2013.

Ένα Σχόλιο to “Τι είναι Διαλεκτικός Υλισμός (μέρος Β)”

  1. […] […]

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s