Χριστούγεννα !

034_2          .

Το σπήλαιο, Χριστέ, κοιτώ και γονατίζω και ρωτώ:
Γιατί & πριν στη φάτνη σου να γεννηθείς ακόμα, κι ανθρώπου λάβεις σώμα,

όσοι φανήκαν άνθρωποι
γεννήθηκαν σ’ αχούρια –
και σε παλάτια λαμπερά
τα ξέστρωτα γαϊδούρια;

Γιατί να κρύβεται, Χριστέ,
στου κόσμου τα φιλιά
φαρμακωμένος πόλεμος
και κιτρινιάρης φθόνος;
Γιατί και του προδρόμου σου
Σωκράτη τη σπηλιά
οι σήμερον σωκρατικοί
εκόπρισαν αφθόνως;

Γιατί, Χριστέ, στον κόσμο σου,
και πάντοτε και τώρα,
ίσα να μη μοιράζονται
των αγαθών τα δώρα,
κι άλλοι να τρώνε κάπονες
πεντέμισι λιτρών,
κι άλλοι να βλέπουν χάσκοντες
εκείνους που τους τρων;

Κι άλλα πολλά ρωτήματα
ποθώ, Χριστέ, να κάνω,
μα κι εκ της γης καμιά φωνή,
αλλ’ ούτε κι από πάνω.
Και τραγουδώ μ’ ελιάς κλαδί,
στο βογγητό του πόνου:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου!

Εις των αλόγων άλλοτε την φάτνην εγεννήθη
Μεσσίας λογικότατος,
τυφλά φωτίσας πλήθη,
στη φάτνη δε των λογικών,
που λέγεται Βουλή,
Μεσσίαι δίχως λογικά
γεννήθηκαν πολλοί…

———————————————————————————

Ἀνθολογία τῆς Οἰκονομίας

 

Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ

σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,

ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ

καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ;

Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργούς,

νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,

ταμεῖο δίχως χρήματα

καὶ δόξης τόσα μνήματα;

Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ

καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,

κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε

τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;

* * *

Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες μὲ ἅμαξες καὶ ἄτια,

κλέφτες χωρὶς μία πῆχυ γῆ καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,

ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμὶ

ὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.

* * *

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο,

ὕφος τοῦ γόη, ψευτομοιραῖο.

Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,

λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Σπαθὶ ἀντίληψη, μυαλὸ ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.

Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ

συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

* * *

Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ

τὸ «δὲ βαρυέσαι» κι «ὢχ ἀδερφέ».

Ὡσὰν πολίτης, σκυφτὸς ραγιᾶς

σὰν πιάσει πόστο: δερβεναγᾶς.

Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-

νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.

Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει

στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι.

* * *

Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.

Ὦ Ελλάς, ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Γεώργιος Σουρῆς – Ποιήματα

~ από Epikss στο 26 Δεκεμβρίου, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s