Ο καλλιτέχνης εργάτης ( Α Μέρος )

hqdefaultΜπορεί να μην γίνεται πλήρως κατανοητό απ’το τίτλο του άρθρου αλλά αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το κατά πόσο στις δοσμένες σημερινές συνθήκες  (με τις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις που κυριαρχούν στις καπιταλιστικές οικονομίες) μπορεί ένα μέλος της εργατικής τάξης να γίνει ’μεγάλος’’ καλλιτέχνης ξεπερνώντας τις οικονομικές αντιξοότητες, τη φυσική/νοητική κούραση.

Δεν πρέπει να μας απασχολήσει λοιπόν το κατά πόσο μπορεί να παραχθεί επαναστατική τέχνη στα πλαίσια ενός εκμεταλλευτικού συστήματος, ούτε το αν η τέχνη θα πρέπει η όχι να λειτουργεί, όπως έλεγε ο Βάρναλης, ως ξυπνητήρι της λαϊκής συνείδησης. Το ερώτημα που θέσαμε είναι διαφορετικό κ είναι απλό, ως τέτοιο όμως επιβάλει μια σύνθετη απάντηση κ θα μας αναγκάσει  να το περικυκλώσουμε θεματικά (ίσως επειδή αδυνατούμε έξαρχης να το αντιμετωπίσουμε με ευθύτητα) κ να ασχοληθούμε με παράπλευρους προβληματισμούς (όπως ποιος πρέπει να είναι ο προσανατολισμός της πραγματικής τέχνης, πως παράγεται η καλλιτεχνική δημιουργία κ ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη μέσα στη παραγωγική διαδικασία).

Ένα πρώτο ιδεολόγημα που μου έρχεται στο μυαλό επειδή το έχω συναντήσει σε αρκετές θεωρητικές συζητήσεις γύρο απ’το θέμα της τέχνης είναι το παρακάτω. Υπάρχει μια άποψη που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι που ζουν ταπεινά κ κατατρεγμένα έχουν αναπόφευκτα περιορισμένη συνείδηση, επειδή οι συνθήκες διαβίωσης τους δεν τους επιτρέπουν να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους. Αν κ συνήθως συνδυάζεται με μια μετριοπαθή συμπάθεια προς τις εργαζόμενες μάζες στην ουσία τις καταδικάζει στην νοητική εξαθλίωση. Η άποψη αυτή δίνει απευθείας απάντηση στο ερώτημα που μας απασχολεί κ συνηγορεί προφανώς στο ότι ένα μέλος της εργατικής τάξης είναι φύσης αδύνατο να γίνει ‘’μεγάλος’’ καλλιτέχνης, η δυνατότητα αυτή μόνο ανήκει στους προνομιούχους. Αν το επεκτείνουμε αυτό περεταίρω θα αντιληφτούμε ότι η παραπάνω άποψη υποστηρίζει κ κάτι ακόμη πιο αντιδραστικό. Ως συνειδησιακά εξαθλιωμένο ένα μέλος της ταλαίπωρης εργατικής τάξης όχι μοναχά δεν μπορεί να γίνει δημιουργός τέχνης αλλά συνεπάγεται ότι δεν μπορεί καν να αντιληφθεί την τέχνη που παράγεται απ’τα ανωτέρα κοινωνικά στρώματα εφόσον είναι πνευματικά καθυστερημένο σε σχέση μ’αυτά. Έτσι η τέχνη παραμένει ακατανόητη για τη μεγάλη μάζα της κοινωνίας κ γίνεται αντικείμενο μοναχά της αριστοκρατικής διανόησης.

Στο σημείο αυτό κ για να απαντήσω στα παραπάνω θα παραθέσω ένα αποκαλυπτικό απόσπασμα απ’το βιβλίο του Τολστόι ’Τι είναι τέχνη’’. «Ο ισχυρισμός ότι η τέχνη μπορεί να είναι καλή κ συγχρόνως ακατάληπτη από τους πολλούς ανθρώπους είναι εξαιρετικά άδικος κ οι επιπτώσεις του ολέθριες. Ταυτόχρονα όμως είναι τόσο διαδεδομένος που είναι αδύνατο να εξηγήσουμε επαρκώς τον παραλογισμό του… Το έργο ενός καλλιτέχνη θα έπρεπε να εγείρει ανάλυση όχι όμως να επιδέχεται ερμηνεία για να γίνει κατανοητό… Αν κάποιος είναι αποκλεισμένος από την απόλαυση της πραγματικής τέχνης αυτός δεν είναι ο λαουτζίκος. Το φάσμα των αισθημάτων που βιώνουν οι ισχυροί κ πλούσιοι, που δεν βιώνουν το μόχθο να επιβιώσουν, είναι πολύ πιο φτωχό, πιο περιορισμένο κ ασήμαντο από το φάσμα συναισθημάτων που βιώνουν οι εργαζόμενοι».

Το ζήτημα νομίζω ότι δεν χρίζει περεταίρω ανάλυσης κ αφού εκτοπίσαμε το πρώτο αντιδραστικό ιδεολόγημα μπορούμε να συνεχίσουμε. Η παραδοχές που κάνει ο Τολστόι δεν αποσαφηνίζουν μοναχά ότι τα μέλη της εργατικής τάξης, παρά την υλική τους εξαθλίωση, βιώνουν ένα ποιοτικά ανώτερο κ ευρύτερο φάσμα συναισθημάτων απ’την ξεπεσμένη μπουρζουαζία αλλά υπαινίσσεται κ κάτι ακόμη σημαντικό. Οτι γενικότερα η τέχνη πρέπει να έχει σαφή κατεύθυνση ώστε να απευθύνεται με αμεσότητα κ ευθύτητα στη μεγάλη μάζα της κοινωνίας κ όχι να καταστείτε δυσνόητη κ συνεπώς να επιβάλλεται ειδικευμένη κριτική/ερμηνεία για να γίνει κατανοητή κ να επικοινωνήσει  με τον ‘’απλό’’ λαό.  Εδώ όμως τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα γιατί μόλις βαδίσαμε σε ένα ιδεολογικό ναρκοπέδιο, όπου είναι θαμμένα δεκάδες αστικά ιδεολογήματα που επιτίθενται με κάθε τρόπο στην απαίτηση η τέχνη να έχει προσανατολισμό.

Οι αστοί διανοούμενοι εξαντλούν τις ανησυχίες τους γύρο απ’τον προσανατολισμό της τέχνης σε μια παραπλανητική διαμάχη ανάμεσα στον ρεαλισμό κ την αχαλίνωτη φαντασία. Ενώ είπα στην αρχή ότι δεν θα μας απασχολήσει η χρησιμότητα κ ο προσανατολισμός της τέχνης τελικά όμως το ζήτημα αυτό ανακύπτει διαρκώς κ επηρεάζει το ερώτημα που επιχειρούμε να απαντήσουμε. Πρέπει η καλλιτεχνική δημιουργία να ανοίγει ένα διάλογο ανάμεσα στο δημιουργό κ τους αποδέκτες του έργου του ή μήπως η οπτική του κάθε ανθρώπου είναι τόσο αναπόδραστα υποκειμενική που ο διάλογος αυτός είναι ακατανόητος κ καταδικασμένος; Απέναντι στις αντιλήψεις που υποστηρίζουν ότι το καλλιτεχνικό φαινόμενο παραμένει ακατάληπτο μέσα στον αδιάλειπτο υποκειμενισμό του δεν μπορώ παρά να διαφωνήσω. Τέτοιες απόψεις καταλήγουν να θεωρούν την οπτική του δημιουργού ενός έργου τέχνης ως εμπόδιο που ορθώνεται μπροστά απ’το θεατή/αποδέκτη κ δεν του επιτρέπει να δει μέσα απ’το έργο κάποια αντανάκλαση της πραγματικότητας αλλά μοναχά τις προσωπικές εμμονές του δημιουργού. Λες κ το προσωπικό φίλτρο του εκάστοτε καλλιτέχνη δεν διαμορφώνεται απ’τις υλικές συνθήκες οι οποίες στο εύρος τους συγκεντρώνονται σε ένα κοινό πλαίσιο για τα κοινωνικά υποκείμενα της κάθε δοσμένης ιστορικής περιόδου.

Αυτή η υπερμεγέθη εξύμνηση της αγεφύρωτης υποκειμενικότητας προβάλλεται από στοχαστές που αδυνατούν να βρουν κ να εξυπηρετήσουν κάποια σκοπιμότητα στην ύπαρξη τους κ έτσι υποστηρίζουν ότι «Ο καλλιτέχνης ανακαλύπτει στην τέχνη μια απάντηση του στην αδικαιολόγητη παρουσία του στο κόσμο» (Π.Ρ. δάσκαλος φωτογραφίας με πλούσια βιβλιογραφία γύρο απ’τα θεωρητικά ζητήματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας). Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο υποκειμενισμός οδηγείται στο να αρνείται την χρησιμότητα της τέχνης αλλά όχι μόνον αυτό. Συνεχίζει κ τελικά αρνείται την ίδια την χρησιμότητα κ τον ιστορικό ρόλο του κάθε ανθρώπου κ αυτό γίνεται ξεκάθαρο καθώς αναπτύσσει τα επιχειρήματα του. «Το έργο του καλλιτέχνη δεν έχει ως στόχο τη κοινωνία. Ο καλλιτέχνης ενεργεί πρωτίστως ωθούμενος από μια προσωπική ανάγκη κ επιθυμία… ο εγωισμός αυτός δεν βλάπτει τον πλησίον του κ τη κοινωνία γιατί η τέχνη δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση κ την ευτυχία του συνόλου των ανθρώπων. Η τέχνη είναι μια τραγική πολυτέλεια που χρειάζονται ορισμένοι άνθρωποι κ δεν πρέπει να επιβάλλεται σε όλους.. Η τέχνη είναι στην ουσία της άσκοπη» ! (Π.Ρ. δάσκαλος φωτογραφίας).

Οι παραπάνω απόψεις είναι τόσο τραγικές που δεν απαιτούνται επιπλέον επιχειρήματα εναντίον τους. Σε συνδυασμό με τον Τολστόι που ήδη αναφέραμε το παρακάτω απόσπασμα του Κροποτκιν απλώνει με λυρισμό το έδαφος πάνω στο οποίο θα εδραιωθούν τα επιχειρήματα (κατά του ρεαλισμού της υποκειμενικότητας) υπέρ της χρηστικότητας της τέχνης αλλά κ την ανάγκη του προσανατολισμού της.

«Η τέχνη σήμερα φαντάζεται πως έχει ανακαλύψει ένα επαναστατικό ιδανικό στο ρεαλισμό, όταν πασχίζει να μας παρουσιάσει έγχρωμες φωτογραφίες της δροσιάς που σταλάζει πάνω στα φύλλα η να μας περιγράψει με ακρίβεια, με πεζό λόγο η ποίηση, τη μπόχα ενός οχετού η την τουαλέτα μιας κοκέτας. Αν η κάρδια σου όμως κτυπάει ταυτόχρονα με εκείνη της ανθρωπότητας, αν σαν αληθινός ποιητής διαθέτεις αυτί αφιερωμένο στη ζωή. Τότε ατενίζοντας τη θάλασσα της θλίψης, τα κύματα της οποίας σαρώνουν τα πάντα γύρο σου, απέναντι σ’αυτούς τους ανθρώπους που πεθαίνουν απτήν πείνα, μπροστά σε αυτά τα πτώματα που φτιάχνουν λόφους στα ορυχεία, μπροστά σάυτα τα ακρωτηριασμένα κορμιά σωριασμένα στα χαρακώματα δεν μπορείς πλέον να μένεις ουδέτερος».

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε όμως ότι ξεμπερδέψαμε με το ζήτημα του προσανατολισμού της τέχνης, το αρχικό μας ερώτημα παραμένει αναπάντητο κ πλέον το ζήτημα απαιτεί πιο σοβαρή προσέγγιση. «Ένας συγγραφέας είναι εργάτης, όχι επειδή παράγει ιδέες, αλλά επειδή πλουτίζει τον έκδοτη, στο μέτρο που εργάζεται ως μισθωτός» (Κ. Μαρξ). Εδώ μπαίνει ξεκάθαρα μια οπτική του καλλιτέχνη που συχνά μας διαφεύγει. Ο καλλιτέχνης εκτός από παραγωγός καλλιτεχνικών έργων είναι κ εργαζόμενος. Επιπλέον δεν ασχολείται αναπόσπαστος με τις ιδέες του, ούτε αφοσιώνεται ανεμπόδιστα στην εξέλιξη της όποιας δεξιοτεχνίας του αλλά έρχεται αντιμέτωπος με συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας μέσα στο ιστορικά καθορισμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Αναμφισβήτητα, η τέχνη του μέσα στο καπιταλισμό εμπορευματοποιείται. Αυτή η υλική βάση πάνω στην οποία εργάζονται κ παράγουν τα έργα τους οι καλλιτέχνες συχνά μας διαφεύγει, ίσως επειδή οι καλλιτέχνες δεν αποτελούν ένα ομογενές σώμα αλλά έχουν μεταξύ τους σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο καλλιτέχνης που αγωνιά για το μεροκάματο ελάχιστη σχέση έχει με τον ‘’καταξιωμένο’’ δημιουργό που κατόρθωσε να προωθεί μόνος τα έργα του κ να καρπώνεται μεγάλο μερίδιο κέρδους. Είναι εύλογο όμως ότι η μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών δεν έχει απλώς ηθική υποχρέωση αλλά κ ταξικό συμφέρον να σταθεί στο πλευρό των υπολοίπων εργαζομένων.

Οι συνθήκες που βιώνει ένας καλλιτέχνης αναπόφευκτα επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης, τις επιλογές των θεμάτων του, διαμορφώνουν τις εμμονές κ την αισθητική του. Ως εργαζόμενοι που δεν μπορούν να επιβιώσουν ασχολούμενοι αποκλειστικά με τη τέχνη τους εργάζονται (όταν δεν είναι άνεργοι) σε άλλους τομείς της παραγωγής κ έτσι σχηματίζουν ακόμη ισχυρότερους δεσμούς με τους αγώνες του εργατικού κινήματος. Αυτό αποτελεί οπισθοχώρηση κ τροχοπέδη στην καλλιτεχνική τους εξέλιξη; Το σίγουρο είναι πως μεσα απ’τη τριβή με τις αντιξοότητες της καθημερινής ζωής αναπόφευκτα αντλούν τα καλλιτεχνικά τους πυρομαχικά απτήν εργατική πραγματικότητα στην οποία συμμετέχουν. Η σύμπραξη τους όμως με την εργατική τάξη θα πάψει να στεγάζεται στη σφαίρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας μονάχα όταν οργανωθούν στους ταξικούς φορείς κ τα σωματεία για να υπερασπιστούν τα εργασιακά τους δικαιώματα. Αυτό θα τους ωθήσει να εναντιωθούν στις μεταφυσικές αντιλήψεις που θέλουν το καλλιτέχνη να δημιουργεί τα έργα του ρομαντικά, αποκομμένος απτή πραγματικότητα κ τις κοινωνικές συγκρούσεις που τη κλυδωνίζουν, λες κ πρόκειται για κάποιο χαρισματικό υπερταξικο νου που βρισκόμενος σε εκστατική έμπνευση αποκαλύπτει με έπαρση την υποκειμενική διάσταση της ασύλληπτα μοναδικής προσωπικότητας του στους κοινούς ανθρώπους ώστε εκείνοι να μπορέσουν ( αν είναι άξιοι ) να την θαυμάσουν.

Δίχως αυτή την πρακτική σύμπραξη με την εργατική τάξη οι καλλιτέχνες συνειδητοποιούν μονάχα ιδεατά κ αφηρημένα το κοινωνικό τους καθήκον κ τότε χάνονται στην απραξία της ματαιοδοξίας. Επωμίζονται το ρόλο του περιθωριοποιημένου διανοουμένου μάρτυρα κ μοναχικού δημιουργού που διατηρεί αδιαπραγμάτευτη την απόσταση του απ’το κοινό άνθρωπο του μόχθου ακόμη κ όταν οδηγείται σταδιακά στην οικονομική εξαθλίωση. Φαίνεται λοιπόν πως ο καλλιτέχνης μπορεί ολόπλευρα να κατανοήσει το κοινωνικό του ρόλο μονάχα όταν είναι κ εργαζόμενος αλλά αυτό δεν απαντάει στο ερώτημα του αν μπορεί ένας σημερινός εργαζόμενος να γίνει μεγάλος καλλιτέχνης. Όποια κι αν είναι η περίπτωση όμως, είτε πρόκειται για κάποιο καλλιτέχνη που τα έργα του διανέμονται στις μάζες, είτε πρόκειται για κάποιον που δεν μπορεί να βρει το τρόπο να τα διαδώσει κ συνθλίβεται στην εσωτερική απαξίωση ’ξεπέφτοντας’’ για να επιβιώσει στη κατάσταση του κοινού εργαζόμενου. Σε κάθε περίπτωση οφείλει να βρεθεί δίπλα στην εργατική τάξη κ ως φυσική παρουσία, να συμπορευτεί μαζί του όχι μόνο στη συμβολική πλευρά της ζωής (μέσω της τέχνης του δηλαδηι) αλλά να αγωνιστεί στη πραγματική ζωή. Αυτός ο αγώνας για την αλλαγή των υλικών συνθηκών (όπως θα μας πει ο Κροποτκιν αμέσως παρακάτω) δεν περιορίζεται μονάχα σε αυτό αλλά τελικά επιδιώκει να φέρει τον καλλιτέχνη μπροστά στον πραγματικό ρόλο της τέχνης του.

«Εάν επιθυμούμε την κοινωνική Επανάσταση, το κάνουμε, καταρχήν για να δώσουμε ψωμί σε όλους, για να μεταμορφώσουμε αυτήν την καταραμένη κοινωνία, όπου καθημερινά βλέπουμε θαλερούς εργάτες άπραγους, με άδεια χέρια, γυναίκες κ παιδιά να περιφέρονται άστεγοι μέσα στη νύχτα, ολόκληρες οικογένειες καταδικασμένες να τρέφονται μονάχα με ξερό ψωμί, άνδρες, γυναίκες κ παιδιά να πεθαίνουν από έλλειψη περίθαλψης, ακόμα κι από έλλειψη τροφής. Μα περιμένουμε ακόμη περισσότερα. 

Ο εργαζόμενος τέσσερις ή πέντε ώρες την ημέρα μέχρι την ηλικία των σαράντα πέντε, θα μπορούσε εύκολα να παράγει όλα τ’ απαραίτητα για την εγγύηση της ευμάρειας για όλη την κοινωνία. Βέβαια, σήμερα η ημερήσια δουλειά κάποιου συνηθισμένου στο μόχθο δεν απαρτίζεται από πέντε ώρες. Είναι μια μέρα των δέκα ωρών για 300 ημέρες το χρόνο κ διαρκεί για όλη του τη ζωή. Φυσικά, όταν ο άνθρωπος είναι ζεμένος σε μια μηχανή, η υγεία του σύντομα υπονομεύεται κι η διάνοιά του αμβλύνεται. Αν είχε τη δυνατότητα ποικίλλων ασχολιών, κ τη δυνατότητα της εναλλαγής μεταξύ χειρονακτικής κ πνευματικής εργασίας, θα μπορουσε να παραμείνει απασχολημένος χωρίς κόπωση, ακόμη κ με ευχαρίστηση… Συνεπώς, κάποιος που θα έχει εκτελέσει τέσσερις με πέντε ώρες χειρωνακτικής εργασίας, θα έχει στη διάθεσή του άλλες τόσες, τις οποίες θα διαθέσει σε υψηλότερες απολαύσεις: της επιστήμης, της τέχνης, κ ειδικά της καλλιτεχνικής δημιουργίας…..»

Θα βγει απ’ αυτό χαμένη η λογοτεχνία; Ο ποιητής θα είναι λιγότερο ποιητής όταν θα έχει δουλέψει στην ύπαιθρο ή θα έχει συμβάλλει με τα χέρια του στην αναπαραγωγή της δουλειάς του; Θα χάσει ο πεζογράφος τη γνώση του περί της ανθρώπινης φύσης, όταν θα έχει σχετιστεί στενά με τους συνανθρώπους του στο εργοστάσιο, στην κατασκευή ενός δρόμου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής; Μπορεί κάποια βιβλία να είναι λιγότερο ογκώδη, μα τότε περισσότερα θα λέγονται σε λιγότερες σελίδες. Μπορεί να εκδίδονται λιγότερες σκουπιδοφυλλάδες, αλλά το έντυπο υλικό θα διαβάζεται με μεγαλύτερη προσοχή κ θα εκτιμάται περισσότερο. Η λογοτεχνία κ η δημοσιογραφία θα πάψουν να είναι μέσα κέρδους κ βιοπορισμού σε βάρος άλλων. Μα πώς μπορεί ο ζωγράφος να εκφράσει την ποίηση της δουλειάς στο χωράφι, όταν την έχει φανταστεί μονάχα; ταν στη θαλερή του πρώτη νιότη δεν ακολούθησε το αλέτρι την αυγή, δεν γνώρισε τη χαρά να θερίσει τα σπαρτά με ένα πλατύ δίπλωμα του δρεπανιού, δίπλα σε γεροδεμένους ξωμάχους, που δένανε το σανό με σφρίγος αντάξιο των ολοζώντανων κοριτσιών που πλημμυρίζανε τον αέρα με τα τραγούδια τους; Την αγάπη για τη γη κ ό,τι φυτρώνει απάνω της δεν την αποκτάς ζωγραφίζοντάς την με το πινέλο, μόνο με το να τη δουλεύεις. Κ χωρίς να την αγαπάς, πώς να την ζωγραφίσεις; Πρέπει να έχεις δει το ηλιοβασίλεμα ενώ γυρνάς απ’ τη δουλειά. Πρέπει να έχεις κάνει αγρότης μεταξύ αγροτών για να συγκρατήσεις το μεγαλείο στα μάτια σου. Πρέπει να έχεις βρεθεί στη θάλασσα με τους ψαράδες, να έχεις ψαρέψει, να έχεις παλέψει με τα κύματα, να έχεις αναμετρηθεί με την καταιγίδα κ μετά από σκληρή δουλειά να έχεις γευτεί τη χαρά να τραβήξεις βαρύ το δίχτυ ή την απογοήτευση να το δεις αδειανό, για να καταλάβεις την ποίηση του ψαρέματος. Πρέπει να έχεις κάνει στο εργοστάσιο, να έχεις σφυρηλατήσει μέταλλα στο λαμπρό φως του φούρνου του μεταλλουργείου, να έχεις νιώσει τη ζωή μέσα στη μηχανή, για να καταλάβεις τη δύναμη του ανθρώπου κ να την εκφράσεις σ’ ένα έργο τέχνης».

WalterBenjaminΤο παραπάνω απόσπασμα είναι ικανό να μας πείσει ότι δεν νοείται πραγματικός καλλιτέχνης που να μην συμμετέχει στη παραγωγική διαδικασία πλαι στους «απλούς» εργάτες, παρόλα αυτά σε μερικά σημεία φαίνεται πως συνηγορεί στο ότι στις σημερινές συνθήκες ένας εργάτης δεν μπορεί να αναδειχτεί σε μεγάλο καλλιτέχνη (όταν ο άνθρωπος είναι ζεμένος σε μια μηχανή, η υγεία του σύντομα υπονομεύεται κι η διάνοιά του αμβλύνεται). Αυτο είναι κ το βασικό ζήτημα άλλωστε, που μας απασχολεί στο παρόν άρθρο. θα καταπιαστούμε με αυτό όμως μετά το απόσπασμα του Walter Benjamin που ακολουθεί κ πραγματεύεται την αξία των έργων τέχνης σε συνδυασμό με την στράτευση αλλά κ τη σχέση μορφής κ περιεχόμενου.

Συνέχεια  στο    —————->  Β Μέρος       <— Link

Advertisements

~ από Epikss στο Σεπτεμβρίου 21, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s